Ταξίδιαpink
ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ
Έχουμε βοηθήσει χιλιάδες καταναλωτές να μειώσουν τα κόστη τους.

Γλωσσάρι Στεγαστικού

Το λεξικό όρων του δανείου σου!

Βασική Ορολογία

Α

Αναχρηματοδότηση: Η αποπληρωμή ενός δανείου με τη λήψη ενός νέου.

Αντικειμενική αξία ακινήτου: Η αξία του ακινήτου, όπως προκύπτει βάσει του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού, που καθορίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών. Προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της τιμής εκκίνησης της αξίας ενός ακινήτου με συντελεστές καθορισμένους από την Πολιτεία, οι οποίοι αφορούν στοιχεία του ακινήτου, π.χ. συντελεστής ορόφου, επιφανείας, παλαιότητας κ.λ.π. Αναγράφεται επί των συμβολαίων αγοράς και επί τούτης υπολογίζονται και οι όποιοι φόροι, το τέλος του υποθηκοφυλακείου αλλά και οι αμοιβές του δικηγόρου και του συμβολαιογράφου.

Συνήθως, και ιδίως στα αστικά κέντρα, η αξία αυτή είναι αρκετά χαμηλότερη της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Υπάρχουν διάφορες συνιστώσες υπολογισμού της όπως ο όροφος της κατοικίας, το εμβαδόν, το έτος κατασκευής, αν είναι γωνιακό ή όχι, αν υπάρχει πυροσβεστική υπηρεσία στην περιοχή και άλλες.

Αποπληρωμή: Καταβολή όλων των οικονομικών υποχρεώσεων από τον οφειλέτη.

Αίτηση Δανείου: Η αίτηση με την οποία κάποιο φυσικό πρόσωπο ζητάει να χρηματοδοτηθεί από χρηματοπιστωτικό οργανισμό για συγκεκριμένο σκοπό, όπως η απόκτηση μιας κύριας κατοικίας.

Άληκτο κεφάλαιο: Τμήμα του δανείου που δεν έχει αποπληρωθεί από τον δανειζόμενο, είτε ως κανονική αποπληρωμή που καταβάλλεται μέσω της δόσης του δανείου, είτε ως μερική αποπληρωμή.

Ανατοκισμός: Η ενσωμάτωση των τόκων στο κεφάλαιο και η εκ νέου αναθεώρηση των τόκων για το καινούργιο κεφάλαιο που έχει δημιουργηθεί. Από την άλλη πλευρά ο ανατοκισμός είναι ο τόκος που πληρώνει κάποιος για τους οφειλόμενους τόκους που δεν έχει ξοφλήσει εγκαίρως.

Αξιολόγηση Αιτήματος Δανείου: Το στάδιο που ακολουθεί την αίτηση παροχής στεγαστικού δανείου δεν είναι άλλο από την αξιολόγησή του. Η απελευθέρωση της αγοράς των δανείων και το σύνθετο των παρεχόμενων προϊόντων καθιστούν αναγκαστική την ύπαρξη ειδικών εγκριτικών κέντρων που λειτουργούν στις κεντρικές διευθύνσεις των τραπεζών.

Β

Βασικά Επιτόκια ΕΚΤ (Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας): Τα επιτόκια που καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της ιδίας τράπεζας και αντανακλούν την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής της. Στα βασικά επιτόκια περιλαμβάνονται το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης, το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων.

Γ

Γονική παροχή: Καλείται η δωρεά, η οποία συνίσταται μεταξύ γονέων και τέκνων και η οποία υπόκειται σε ιδιαίτερες φορολογικές κλίμακες.

Δ

Διαθέσιμο Εισόδημα: Το τελικό εισόδημα μετά την αφαίρεση άμεσων φόρων, κοινωνικών και ασφαλιστικών εισφορών, που έχουν τα άτομα στη διάθεση τους και μπορούν να το καταναλώσουν ή να το αποταμιεύσουν.

Δόση: Το ποσό που έχει συμφωνηθεί να καταβάλει ο δανειζόμενος στον χρηματοπιστωτικό οργανισμό με μία συγκεκριμένη συχνότητα, συνήθως μηνιαία.

Ε

Εuribor (Euro Interbank Offered Rate): Το επιτόκιο με το οποίο οι Ευρωπαϊκές Τράπεζες δανείζουν βραχυπρόθεσμα κεφάλαια αναμεταξύ τους για μία καθορισμένη περίοδο (Διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού).

Εγγυητής: Το φυσικό πρόσωπο που αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποπληρώσει ένα δάνειο σε περίπτωση που ο δανειζόμενος αδυνατεί.

Εισφορά Ν.128/75: Υποχρεωτική εισφορά 0,6% για τα καταναλωτικά δάνεια, 0,12% για τα στεγαστικά δάνεια.

Εμπορική αξία ακινήτου: Τιμή αγοράς ενός ακινήτου.

Ενήμερο (δάνειο): Το δάνειο του οποίου οι δόσεις εξοφλούνται εμπρόθεσμα.

Ενυπόθηκο (δάνειο): Λήψη δανείου με υποθήκη ένα ακίνητο.

Εξασφάλιση δανείου: Προκειμένου να γίνει η εκταμίευση του ποσού χρειάζεται πρώτα να γίνει εξασφάλιση του δανείου με προσημείωση ή ενεχυρίαση μετρητών ή τίτλων.

Επιμήκυνση (δανείου): Παράταση της αποπληρωμής του δανείου ως διαδικασία ελάφρυνσης του δανειολήπτη.

Επιτόκιο: Είναι η επιβάρυνση σε ποσοστιαία αναφορά που καλείται να καταβάλει ο οφειλέτης στον δανειστή του.

Επιτόκιο αναφοράς: Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται ως βάση για να καθοριστούν τα επιτόκια κυμαινόμενα επιτόκια αγοράς.

Ζ

Ζώνη: Γενικά θεωρείται ένα τμήμα Δήμου ή Δημοτικού Διαμερίσματος ή Οικισμού το οποίο σύμφωνα με τους πίνακες τιμών, έχει ενιαία τιμή (Τ.Ζ.). Οι ζώνες διακρίνονται σε:

α) Κυκλικές Ζώνες : Περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα ενός Δήμου ή Δημοτικού Διαμερίσματος και απεικονίζονται στους χάρτες του Υπουργείου Οικονομικών περιμετρικά με συνεχή κόκκινη γραμμή, κατά μήκος των αξόνων των δρόμων.

β) Γραμμικές Ζώνες : Αναπτύσσονται κατά μήκος της μίας ή και των δύο πλευρών ενός δρόμου ή ενός τμήματος δρόμου, παράλληλα προς τον άξονα αυτού.

Η

Ημιυπαίθριοι χώροι: Οι ημιυπαίθριοι χώροι είναι δωμάτια κατοικίας άνευ του εξωτερικού τοίχου το οποίο αν θα έκλεινε θα μετατρεπόταν σε κανονικό αλλά παράνομο δωμάτιο.

Θ

Ι

Κ

Κεντρική Τράπεζα: Η τράπεζα που είναι υπεύθυνη για την λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ελέγχει τις εμπορικές τράπεζες και παίζει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής.

Κυμαινόμενο επιτόκιο: Το επιτόκιο που διαμορφώνεται από το επιτόκιο αναφοράς και από ένα περιθώριο (spread) το οποίο παραμένει σταθερό για τη διάρκεια του δανείου.

Κυμαινόμενη Περίοδος: Κυμαινόμενη Περίοδος είναι η χρονική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο υπολογισμός των δόσεων του δανείου γίνεται βάσει του ισχύοντος τότε κυμαινόμενου επιτοκίου.

Λ

Ληξιπρόθεσμη οφειλή: Το χρηματικό ποσό που έπρεπε να έχει καταβληθεί στον Δανειστή σε συγκεκριμένη ημερομηνία.

Libor: Κυμαινόμενο επιτόκιο με βάση του το ελβετικό φράγκο.

LTV: Το ποσοστό της εμπορικής αξίας του ακινήτου το οποίο χρηματοδοτείται από το δάνειο. Το ποσοστό αυτό, καθώς και η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου είναι χαρακτηριστικά που επηρεάζουν το επιτόκιο δανεισμού.

Μ

Μέγιστο/Ελάχιστο Ποσό Δανείου: Το μέγιστο και το ελάχιστο κεφάλαιο δανεισμού, ανεξαρτήτως της αξίας του ακινήτου.

Μέγιστη/ Ελάχιστη Διάρκεια Αποπληρωμής: Η μέγιστη/ελάχιστη διάρκεια αποπληρωμής (σε έτη) που μπορεί να ορίσει ο δάνειο λήπτης κατά τη σύναψη του δανείου.

Μερική Πρόωρη Εξόφληση ή Πρόωρη Αποπληρωμή: Η πρόωρη καταβολή ποσού, μεγαλύτερου από την εκάστοτε οφειλόμενη δόση αλλά μικρότερου από το 100% του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου, με την οποία εξοφλείται μερικώς το δάνειο.

Μη Ανατοκιζόμενος Τόκος: Τόκος επί των ανεξόφλητων συμβατικών τόκων, μέχρι την ημερομηνία εξόφλησής τους.

Μερική Προεξόφληση: Προεξόφληση για ποσό μικρότερο από το 50% του κεφαλαίου δανείου του οφειλέτη.

Μη εξυπηρετούμενο δάνειο: Είναι το δάνειο σε καθυστέρηση ή κόκκινο δάνειο.

Μη συνεργάσιμος δανειολήπτης:

Ένας δανειολήπτης χαρακτηρίζεται μη συνεργάσιμος όταν:

  • Δεν παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας.

  • Δεν ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και επιστολές της εταιρείας.

  • Δεν συναινεί στην προσπάθεια εξεύρεσης αμοιβαία επωφελούς λύσης με την εταιρεία.

Ν

Νόμος Κατσέλη 3869/10: Προβλέπει αναστολή ή ρύθμιση οφειλών για υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εξαιρώντας την πρώτη κατοικία από τη ρευστοποίηση της περιουσίας. Σε ειδικές περιπτώσεις προβλέπει ακόμη και διαγραφή χρέους.

Νομικά έξοδα: Η αμοιβή του δικηγόρου για:

1) τον έλεγχο τίτλων του ακινήτου στο Υποθηκοφυλακείο ή/και Κτηματολογικό Γραφείο

2) την παράστασή του κατά την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας

3) σε περίπτωση λήψης στεγαστικού δανείου την παράστασή του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη διαδικασία εγγραφής της προσημείωσης υποθήκης

4) την παράστασή του ενώπιον του δικαστηρίου μετά την ολοσχερή εξόφληση του δανείου, κατά τη διαδικασία εξάλειψης της προσημείωσης.

Ξ

Ο

Οφειλέτης: Είναι ο δανειολήπτης. Ονομάζεται και πρωτοφειλέτης.

Ονομαστικό Επιτόκιο: Το βασικό επιτόκιο που αναγράφεται στη σύμβαση του δανείου. Στο επιτόκιο αυτό προστίθεται η εισφορά του Ν. 128/75 (0.12%).

Ολική Πρόωρη Εξόφληση ή Πρόωρη Αποπληρωμή: Η πρόωρη καταβολή του συνολικού οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου, η οποία επιφέρει την πλήρη εξόφληση του δανείου.

Π

Πάγια εντολή (δανείου): Πληρωμή της δόσης με πάγια εντολή στην τράπεζα.

Περίοδος χάριτος: Χρονική περίοδος κατά την οποία ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα είτε να αναστείλει την πληρωμή είτε να καταβάλει μόνο τους τόκους του δανείου.

Περιθώριο (Spread): Η διαφορά ανάμεσα στο επιτόκιο αναφοράς και στο επιτόκιο που πληρώνει ο οφειλέτης.

Πιστοληπτική ικανότητα: Η ικανότητα ανταπόκρισης στις δανειακές υποχρεώσεις.

Προσημείωση ακινήτου: Δέσμευση ακινήτου με προεγγραφή στα βιβλία υποθηκών. Μετατρέπεται αναδρομικά σε υποθήκη όταν ο οφειλέτης δεν καταβάλει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις του και γίνεται με δικαστική απόφαση.

Πρόωρη εξόφληση: Εξόφληση του δανείου σε χρόνο προγενέστερο από τον προκαθορισμένο. Συνήθως, σε μία τέτοια περίπτωση, προβλέπονται επιβαρύνσεις από τις τράπεζες.

Ρ

Ρευστοποίηση περιουσιακού στοιχείου: Η εκποίηση, δηλαδή μετατροπή σε χρήμα, περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις που έχουν οι δανειστές από τον δανειολήπτη.

Σ

Σταθερό επιτόκιο: το επιτόκιο που παραμένει σταθερό, ανεξαρτήτως των συνθηκών της αγοράς.

Σταθερή περίοδος: περίοδος κατά την οποία το επιτόκιο παραμένει σταθερό.

Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΣΕΠΕ): το πραγματικό κόστος του δανείου: Περιλαμβάνει τους τόκους και τα λοιπά έξοδα που καλείται να πληρώσει ο δανειολήπτης εκφρασμένα σε επιτόκιο.

Τ

Τόκος: Το χρηματικό ποσό που καλείται να καταβάλει ο οφειλέτης στον δανειστή ως αποζημίωση για το δάνειο που πήρε.

Τοκοχρεολύσιο: Η προκαθορισμένη δόση για την απόσβεση έντοκου δανείου και περιλαμβάνει τους τόκους και το χρεολύσιο.

Υ

Υποθήκη ακινήτου: Μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας ενός ακινήτου για την εξασφάλιση της πληρωμής του χρέους. Αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν.

Φ

Φερεγγυότητα: Η δυνατότητα ενός οφειλέτη να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις του όταν αυτές λήγουν. Επίσης χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι και οι όροι «αξιόχρεο» και «πιστωτική επιφάνεια». Η φερεγγυότητα αναφέρεται στην μακροπρόθεσμη επάρκεια των εσόδων και των στοιχείων του τρέχοντος ενεργητικού του δανειολήπτη να καλύψουν τις οφειλές του.

Χ

Χαμηλής εκκίνησης (δάνειο): Κατά την έναρξη του δανείου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ορίζεται μία δόση χαμηλότερη έως και 50% συγκριτικά με την κανονική.

Χρεολύσιο: Το ποσό της τμηματικής εξόφλησης του δανείου.

Ψ

Ψιλή Κυριότητα: Ο κάτοχος της ψιλής κυριότητας ενός ακινήτου δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί και να κερδίζει από το ακίνητο. Ως συνέπεια δεν φορολογείται για εισοδήματα τα οποία παράγονται από το ακίνητο.
Αφαιρούμενης της επικαρπίας από την πλήρη κυριότητα απομένει η ψιλή κυριότητα, η οποία δημιουργεί προσδοκία δικαιώματος πλήρους κυριότητας διότι η επικαρπία αυτοδίκαια θα συνενωθεί με την ψιλή κυριότητα μετά το θάνατο του επικαρπωτή.

Ω

 

 

Θες να μαθαίνεις τα τελευταία οικονομικά νέα;

Εγγράφομαι στο newsletter ώστε να λαμβάνω τα νέα και προσφορές του money-market.gr και δηλώνω ότι ενημερώθηκα για την πολιτική απορρήτου της money market AE.